Μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η παραγραφή της εξουσίας της διοίκησης για εξακρίβωση διοικητικών παραβάσεων και η υποχρέωση διοικητικών παραβάσεων έχει προσδιοριστεί σε θεμελιώδη εγγύηση έναντι του Κράτους.

Η παραγραφή αυτή συνδέεται αρχικά, με την αρχή ασφάλειας του δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων και επίσης, με την επιταγή ότι η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής πρέπει να έχει εύλογη διάρκεια, συνολικά. Οι δύο αυτοί κανόνες διακρίνονται μεταξύ τους. Ο ένας είναι έκφραση της αρχής της προβλεψιμότητας και της αρχής της σαφήνειας των περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβονομένου του δικαιώματος στην περιουσία, το οποίο βλάπτεται από τους φόρους ή τις χρηματικές κυρώσεις και ο άλλος είναι απόληξη της ευρύτερης αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή της αναλογικότητας της διάρκειας της παραγραφής λειτουργεί όχι μόνο υπέρ αλλά και κατά του διοικούμενου αφού ο πολύς χρόνος παραγραφής ανάγει σε μεγάλο κίνδυνο την προσβολή των εννόμων αγαθών του προσώπου χωρίς όμως να εξυπηρετεί κατά τον βέλτιστο βαθμό το δημόσιο συμφέρον.

Το σκεπτικό της ΣτΕ 1738/2017 στηρίχθηκε σε 3 αποφάσεις. Του ΔΕΕ το 2011, υπόθεση C-201/10 , της ΕΔΔΑ το 2013 και το 2015. Από το σκεπτικό της Ολομέλειας προκύπτει πως η επιταγή αναλογικότητας για τις φορολογικές ενοχές παραγραφής συνδέεται με την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, της φοροδιαφυγής και της τήρησης της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών αλλά και την δυνατότητα προγραμματισμού και άνθησης των οικονομικών δραστηριοτήτων σε όφελος της οικονομίας αλλά και των προστατευμένων από το Σύνταγμα εννόμων αγαθών. Έτσι ο νομοθέτης αφενός διαθέτει περιθώριο να εκτιμήσει την διάρκεια του χρόνου παραγραφής που πρέπει να προβλέπεται για τις διοικητικές παραβάσεις και την επιβολή κυρώσεων αφετέρου όμως, η συγκεκριμένη  εξουσία περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας της οποίας η ορθή τήρηση ελέγχεται από τον δικαστή με βάση τα εξής κριτήρια. Αρχικά, το διακύβευμα, κατά δεύτερον την βαρύτητα και την μορφή της παραβατικής συμπεριφοράς του διοικουμένου και τρίτον, η τήρησης της αρχής της χρηστής διοίκησης.

Συμπερασματικά, κρίθηκε ό,τι η πενταετία είναι ένας εύλογος χρόνος παραγραφής, ενώ η δεκαετία ως χρόνος παραγραφής εγείρει σοβαρό ζήτημα αντίθεσης στην αρχή της αναλογικότητας. Αυτά τα διαστήματα, ναι μεν δεν θεωρούνται μικρά αλλά και δεν είναι αναγκαία για την τελέσφορη διαπίστωση των παραβάσεων.

Write a comment:

*

Your email address will not be published.

logo-footer

STAY CONNECTED WITH US:                  

Processing...
Thank you! Your subscription has been confirmed. You'll hear from us soon.
Subscribe to MBGCS
ErrorHere