ΣΥΜΒΑΣΗ

ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ

ΔΙΑΝΟΜΗΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ

ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ

Σύμβαση Αντιπροσωπείας

Με τη σύμβαση αντιπροσωπείας ένα πρόσωπο –καλούμενο αντιπροσωπευόμενο- αναθέτει σε άλλο πρόσωπο –καλούμενο εμπορικό αντιπρόσωπο- επί μονίμου βάσεως και υπό την ιδιότητα αυτού ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Τυπικές προϋποθέσεις, προκειμένου να φέρει το δικαίωμα να λειτουργεί και ενεργεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος ορισμένο πρόσωπο, αποτελεί η υποχρέωση εγγραφής ως εμπορικός αντιπρόσωπος στην αρμόδια φορολογική αρχή καθώς και στο Εμπορικό Επιμελητήριο και στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Της εγγραφής στο Επιμελητήριο απαλλάσσεται ο αναγνωρισμένος από κράτος-μέλος της ΕΕ ή του Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένος σε αυτό εμπορικός αντιπρόσωπος, ο οποίος, διασυνοριακά εκτελεί περιστασιακά πράξεις εμπορικής αντιπροσώπευσης στην Ελλάδα. Προαπαιτούμενο βέβαια αποτελεί η πλήρωση των προϋποθέσεων για την άσκηση της εμπορικής αντιπροσωπείας στο κράτος-μέλος άσκησης της κύριας δραστηριότητας.

Η μορφή αυτή εμπορικής σύμβασης έχει την εξής ειδικότερη έκφανση: ένας επιχειρηματίας αναθέτει σε αυτοτελή και ανεξάρτητο επαγγελματία, έναντι αμοιβής/ανταλλάγματος, να επιδιώκει κατά τρόπο συνεχή και σταθερό, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, τη διεύρυνση του κύκλου πελατών του και να μεσολαβεί και διαπραγματεύεται στο όνομα και για λογαριασμό του επιχειρηματία την κατάρτιση συμβάσεων. Συνήθης είναι και ο περιορισμός της γεωγραφικής περιοχής, στην οποία o εμπορικός αντιπρόσωπος θα δραστηριοποιείται.

Χαρακτηριστικό στοιχείο του εμπορικού αντιπροσώπου αποτελεί η ανεξαρτησία στη δραστηριότητά του και η ανάληψη του επιχειρηματικού εκάστοτε κινδύνου και ευθύνης, ταυτόχρονα και το γεγονός ότι λειτουργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου έναντι ανταλλάγματος, το οποίο είθισται σε προμήθεια επί των πωλήσεων και εν γένει των προωθητικών ενεργειών του. Χαρακτηριστικό ομοίως της μορφής αυτής συμβάσεως αποτελεί το γεγονός της αποκλειστικότητας προώθησης των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου από τον αντιπρόσωπο για την γεωγραφική περιοχή για την οποία έχει συμφωνηθεί η αντιπροσωπεία.

Η μορφή αυτή εμπορικής συμβάσεως αφενός, παρέχει στον αντιπροσωπευόμενο τη δυνατότητα ανάπτυξης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, διευρύνοντας το πελατολόγιο αυτού, αφετέρου, παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο τη δυνατότητα να αναπτύξει μία δραστηριότητα βασισμένη σε φήμη άλλου, δεδομένου ότι η δραστηριότητά του αποτελεί αμιγώς προωθητική ενέργεια.

Η συμφωνία απαιτεί να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο. Σημαντικό είναι να σημειωθεί και τονισθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου στη περίπτωση λύσης της συμφωνίας, εφόσον ο εμπορικός αντιπρόσωπος φέρει νέους πελάτες στον αντιπροσωπευόμενο κατά  τη διάρκεια της σύμβασης, εκτός και αν η λύση ανάγεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, ή ο ίδιος ο αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη συμφωνία ή, τέλος, σε περίπτωση που μεσολαβεί εκχώρηση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας με πρωτοβουλία του αντιπροσώπου σε τρίτο πρόσωπο.

Σύμβαση Διανομής

Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει και μεταπωλεί, στο όνομά του και για λογαριασμό του, προϊόντα και υπηρεσίες του παραγωγού-παρόχου, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του τελευταίου, ταυτόχρονα ο παραγωγός-πάροχος δεσμεύεται να μην παραδώσει εμπορεύματα σε τρίτους εντός της ίδιας περιοχής διανομής. Η ιδιάζουσα αυτή μορφή εμπορικής συνεργασίας διαφέρει ως προς την σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στο γεγονός ότι σε αντίθεση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ο διανομέας ενεργεί στο όνομά του και για λογαριασμό του, μεταπωλώντας ουσιαστικά τις υπηρεσίες και μη προωθώντας αυτές απλώς. Δεδομένης ωστόσο της ελευθερίας των συμβάσεων, το γεγονός ότι ο διανομέας ενεργεί στο όνομά του και για λογαριασμό δικό του δεν συνεπάγεται και την απεριόριστη ελευθερία του διανομέα. Αντιθέτως, είναι δυνατή η ένταξη του διανομέα στο δίκτυο διανομής του παραγωγού-παρόχου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προβλέπονται περιορισμοί του διανομέα ως προς την εν γένει δράση του, ακολουθώντας πιστά τις εντολές του παραγωγού-παρόχου, διαμορφώνοντας ακόμη και τα γραφεία του κατά τρόπο όμοιο με αυτόν του παραγωγού-παρόχου.

Η ιδιαιτερότητα της μορφής αυτής συνεργασίας έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί συμφωνία μη ρυθμιζόμενη, η οποία συναντά στοιχεία περισσότερων συμβάσεων. Δεν επιβάλλεται για τη σύναψή της ο έγγραφος τύπος, ενώ ο βαθμός συνεργασίας και κατά πόσο εντάσσεται ή μη στο δίκτυο διανομής του παραγωγού-παρόχου ο διανομέας είναι ζήτημα συμφωνίας των μερών και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, χαρακτηριστικό το οποίο προέχει στην εν λόγω συμφωνία.

Οι δεσμεύσεις τις οποίες ο διανομέας αναλαμβάνει είναι συνήθως η αγορά ελάχιστου ποσοστού προϊόντων, η επίτευξη ελάχιστου κύκλου εργασιών, η ενιαία διαμόρφωση προωθητικών ενεργειών, κ.α. Το κέρδος του διανομέα, σε αντίθεση με αυτό του εμπορικού αντιπροσώπου, συνίσταται όχι σε ορισμένη προμήθεια επί των πραγματοποιηθέντων πωλήσεων, αλλά αντιθέτως επί της διαφοράς τους κέρδους η οποία προκύπτει από τη μεταπώληση των προϊόντων.

Σύμβαση Δικαιόχρησης

Με τη σύμβαση δικαιόχρησης τα μέρη συνάπτουν μία συνδυαστική της συνεργασίας με την ένταξη στη διανομή του παρόχου συμφωνία. Ειδικότερα ως συμφωνία δικαιόχρησης (ή όπως συνηθίζεται να λέγεται Franchising) νοείται η συμφωνία δυνάμει της οποίας το ένα μέρος, ο δικαιοπάροχος, παρέχει στον δικαιούχο έναντι ανταλλάγματος το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σύνολο των δικαιωμάτων πνευματικής ή/και βιομηχανικής ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου, προκειμένου να προωθεί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του τελευταίου στον τελικό καταναλωτή. Ουσιαστικά δηλαδή ο δικαιούχος καταβάλλει ορισμένο αντάλλαγμα στον δικαιοπάροχο για την απόκτηση του δικαιώματος χρήσης των δικαιωμάτων του τελευταίου, οργανώνοντας την επιχείρησή του σύμφωνα με την οργάνωση του δικαιοπαρόχου και κατά ομοιόμορφο με αυτόν τρόπο, τηρώντας ένα ενιαίο marketing. Το καταβαλλόμενο προς τον δικαιοπάροχο αντάλλαγμα συνίσταται συνήθως είτε, σε ορισμένο χρηματικό ποσό το οποίο ο δικαιοπάροχος ορίζει για τη χορήγηση δικαιωμάτων του (entry fee στο σύστημα διανομής του), είτε, στην περιοδική καταβολή ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων, είτε και τα δύο μαζί, αναλόγως της συμφωνίας και των όρων που θέτει ο ίδιος ο δικαιοπάροχος.

Ο δικαιούχος εντάσσεται απόλυτα και ομοιόμορφα στο σύστημα διανομής του δικαιοπαρόχου, υποχρεούμενος, λόγω της απόκτησης του δικαιώματος χρήσης των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, να υπακούει στις εντολές του δικαιοπαρόχου και να τηρεί πιστά το υποδειχθέν από τον δικαιοπάροχο marketing, ακόμη –αναλόγως της φύσης της επιχείρησης- να συμμετάσχει σε εκπαιδεύσεις προσωπικού, επεξεργασία διαφημιστικών μηνυμάτων κοκ. Ο δικαιοπάροχος αντίστοιχα, υποχρεούται σε τήρηση αποκλειστικότητας εντός της συμφωνηθείσας γεωγραφικής περιοχής στην οποία ο δικαιούχος δραστηριοποιείται.

Ως προς τη διάρκεια της συμφωνίας αυτής, λόγω ιδίως της απολύτου ένταξης του δικαιούχου στο σύστημα και το marketing του δικαιοπαρόχου, ο Κώδικας Δεοντολογίας της σύμβασης Δικαιόχρησης επιβάλλει η διάρκεια να είναι τέτοια, η οποία να επιτρέπει στον δικαιούχο να αποσβέσει την αρχική του επένδυση. Εύλογη κρίνεται η πενταετής διάρκεια, αντίθετα υπέρμετρη διάρκεια εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού περί Ελευθέρου Ανταγωνισμού, όπου κρίνεται αντίθετη με τους κανόνες ανταγωνισμού η υπέρμετρη διάρκεια.